οἰκία


οἰκία
дом

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "οἰκία" в других словарях:

  • οἰκία — οἰκίᾱ , οἰκία building fem nom/voc/acc dual οἰκίᾱ , οἰκία building fem nom/voc sg (attic doric aeolic) οἰκίον house neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκίᾳ — οἰκίαι , οἰκία building fem nom/voc pl οἰκίᾱͅ , οἰκία building fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικία — Οικοδομή που χρησιμεύει για κατοικία. Βλ. λ. σπίτι. * * * η (ΑΜ οἰκία, Α ιων. τ. οἰκίη, κρητ. και λοκρικός τ. Fοικία) στεγασμένος χώρος ειδικά διαρρυθμισμένος για τη διαμονή τής οικογένειας, εστία τής οικογενειακής ζωής, σπίτι («οἰκίας τε… …   Dictionary of Greek

  • οικία — [икиа] ουσ. 0. дом, жилище, квартира …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οικία — η σπίτι, κατοικία, οίκος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οἰκίας — οἰκίᾱς , οἰκία building fem acc pl οἰκίᾱς , οἰκία building fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκίαι — οἰκία building fem nom/voc pl οἰκίᾱͅ , οἰκία building fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκίαν — οἰκίᾱν , οἰκία building fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκιᾶν — οἰκία building fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκιέων — οἰκία building fem gen pl (epic ionic) οἰκίζω found as a colony fut part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκιῶν — οἰκία building fem gen pl οἰκίζω found as a colony fut part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)